tag
ουσ.
ετικέτα, κυνηγητό παιχνίδι, μετάλλινη άκρα, σημείωμα προσδενομένο, τικέτα
ρήμ.
σημειώ, παρακολουθώ
tag
(Lex**) ετικέττα
tag (after)
(Lex*) ετικέττα (μετά από)
tag
Ουσ. ετικέττα (με διεύθυνση κλπ)//
η άκρη των κορδονιών (είναι συν. μεταλλική ή πλαστική)//
κοινός τόπος (για παροιμία κτλ)//
ρεφραίν
Ρημ. βάζω ετικέττα//
ακολουθώ από πίσω (κατά πόδας)