taak (de)
ανατέθεν έργο, ανάθεση εργασίας, εντολή,...
{
assignment
}
ιώβ, εργασία, επάγγελμα, δουλειά, θέση
{
job
}
γόμωση, δαπάνη, έξοδα, επιβάρυνση,...
{
charge
}
κόπος, εργασία, μόχθος, ωδίνες
{
Labour
}
κόπος, εργασία, μόχθος, ωδίνες
{
Labor
}
γραφείο, αξίωμα, υπηρεσία, λειτουργία
{
office
}
ευκαιρία, περίπτωση, περίσταση, αιτία,...
{
occasion
}
taak