surveying
ουσ.
χωρομέτρηση, αγνάντεμα
survey
ρήμ.
αγναντεύω, καταμετρώ, τοπογραφώ, επισκοπώ
surveying
(Lex**) έρευνα
survey
Ουσ. επισκόπηση//
αξιολόγηση, αποτίμηση//
έρευνα, μελέτη//
τοποργραφικός χάρτηςΡημ. επισκοπώ, εξετάζω προσεκτικά, εποπτεύω, μελετώ//
αξιολογώ, αποτιμώ//
τοπογραφώ, χαρτογραφώ
πχ:
Earnings exceeded the 944 million-euro median estimate of 13 analysts surveyed by Bloomberg.