stretch
ρήμ.
τεντώνομαι, εκτείνω, εκτείνομαι, τεντώνω
stretching
(Lex**) τέντωμα
stretch
Ουσ. τέντωμα //
ανακλαδισμα, //
ελαστικότητα (ως βαθμός τεντώματος)//
ευθεία (δρόμου)//
ανοιχτός χώρος//
χρόνος υπηρεσίας ή φυλάκισηςΡημ. τεντώνω/ομαι//
ανακλαδίζομαι//
ξεχείλωνω, τεντώνω υπερβολικά//
εκτείνομαι, "απλώνομαι" //
τεντώνω μέχρι τα όρια, ξεχειλώνω//