straight
ουσ.
ευθεία
επίρ.
ίσια, ίσα ίσα, κατ' ευθείαν, παρευθύς
επίθ.
ίσιος, απευθείας, ευθύς
straight
(Lex**) κατ' ευθείαν
straight
Επίθ. ευθύς, ίσιος, //
τίμιος, αγνός, δίκαιος, έντιμος// νοικοκυρεμένος, //
σαφής, καθαρός, ειλικρινής//
ευθεία, κάθετος //
συνεχής//
σκέτος, "καθαρός" (για ποτό)//
φυσιολογικός, (σεξουαλικά)
Ουσ. ευθύγραμμο τμήμα, ευθεία γραμμή
Επίρρ. κατευθείαν, ευθέως//
χωρίς χρονοτριβή, αμέσως//
σωστά
straight
ειλικρινής, ευθύς, ίσια, ίσιος, τακτοποιημένος, τίμιος
straight
ίσιος, ευθύς