stock
ουσ.
στέλεχος, κορμός, γένος, ζώα, ζωμός, κτήνη, κεφάλαιο, χρεόγραφο, στοκ, εγκεκριμένο μετοχικό κεφαλαίο, μετοχή, παρακαταθήκη
ρήμ.
εφοδιάζω, προμηθεύω, αποθηκεύω
επίθ.
έτοιμος, κοινός, συνήθης
stock
(Lex**) απόθεμα
stock
Ουσ. απόθεμα, στοκ//
πρώτη ύλη μεταποίησης//
κούτσουρο δένδρου, βάση δένδρου//
γεννιά, "ρίζα", σόι, γενεαλογικό δέντρο, "καταγωγή"//
μετοχικό κεφάλαιο (οικον.)
Ρημ. διαθέτω προς πώληση (απόθεμα)//
εφοδιάζω, προμηθεύω απόθεμα
stock
απόθεμα
Μετοχή (οικονομία)
Μετοχή είναι ένα από τα ίσα μερίδια, στα οποία διαιρείται το κεφάλαιο μιας ανώνυμης εταιρίας. Η μετοχή, ως αξιόγραφο, ενσωματώνει τα δικαιώματα του μετόχου που πηγάζουν από τη συμμετοχή του στην ανώνυμη εταιρία. Τα δικαιώματα αυτά, είναι ανάλογα του αριθμού μετοχών που κατέχει ο μέτοχος. Ενδεικτικά δικαιώματα που προκύπτουν από την κατοχή μετοχών είναι το ποσοστό ίσο με τον αριθμό των μετοχών που κατέχει ο μέτοχος προς το σύνολο των μετοχών της εταιρείας, του μερίσματος από τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρίας, καθώς και αντίστοιχο ποσοστό από την περιουσία της εταιρίας, σε περίπτωση που αυτή διαλυθεί. Αντίστοιχα έχει και τον αναλογούντα αριθμό ψήφων στην Γενική Συνέλευση των μετόχων, εκτός εάν κατέχει μετοχές άνευ ψήφου.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...