stock

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
stock
ουσ. στέλεχος, κορμός, γένος, ζώα, ζωμός, κτήνη, κεφάλαιο, χρεόγραφο, στοκ, εγκεκριμένο μετοχικό κεφαλαίο, μετοχή, παρακαταθήκη
 
ρήμ. εφοδιάζω, προμηθεύω, αποθηκεύω
 
επίθ. έτοιμος, κοινός, συνήθης


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
stock
(Lex**) απόθεμα


My English - GreekDownload this dictionary
stock
Ουσ. απόθεμα, στοκ//
πρώτη ύλη μεταποίησης//
κούτσουρο δένδρου, βάση δένδρου//
γεννιά, "ρίζα", σόι, γενεαλογικό δέντρο, "καταγωγή"//
μετοχικό κεφάλαιο (οικον.)
Ρημ. διαθέτω προς πώληση (απόθεμα)//
εφοδιάζω, προμηθεύω απόθεμα

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
stock
απόθεμα

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Μετοχή (οικονομία)
Μετοχή είναι ένα από τα ίσα μερίδια, στα οποία διαιρείται το κεφάλαιο μιας ανώνυμης εταιρίας. Η μετοχή, ως αξιόγραφο, ενσωματώνει τα δικαιώματα του μετόχου που πηγάζουν από τη συμμετοχή του στην ανώνυμη εταιρία. Τα δικαιώματα αυτά, είναι ανάλογα του αριθμού μετοχών που κατέχει ο μέτοχος. Ενδεικτικά δικαιώματα που προκύπτουν από την κατοχή μετοχών είναι το ποσοστό ίσο με τον αριθμό των μετοχών που κατέχει ο μέτοχος προς το σύνολο των μετοχών της εταιρείας, του μερίσματος από τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρίας, καθώς και αντίστοιχο ποσοστό από την περιουσία της εταιρίας, σε περίπτωση που αυτή διαλυθεί. Αντίστοιχα έχει και τον αναλογούντα αριθμό ψήφων στην Γενική Συνέλευση των μετόχων, εκτός εάν κατέχει μετοχές άνευ ψήφου.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define stock

Translate stock





stock in Chinese | | stock in English | stock in French | stock in Italian | stock in Spanish | stock in Dutch | stock in Portuguese | stock in German | stock in Russian | stock in Japanese | stock in Korean | stock in Turkish | stock in Hebrew | stock in Arabic | stock in Croatian | stock in Serbian | stock in Swedish