standard
επίθ.
καθιερωμένος, κανονικός, κριτήριος, πρότυπος, σταθερός
ουσ.
κανών, μέτρο, πρότυπο, φλάμπουρο, σημαία
standard
(Lex**) πρότυπα
standard (language)
(Lex*) πρότυπα (γλώσσα)
standard
Ουσ. πρότυπο, υπόδειγμα//
το γενικώς αποδεκτό//
κριτήριο, κανόνας, νόρμα//
βαθμός ποιότητας//
στήριγμα , βάση βάθρου//
σημαία
Επίθ. πρότυπος, καθιερωμένος, κανονικός//
κοινός, συνηθισμένος
standard
συνήθης, στάθμη, κανόνας, βαθμός, επίπεδο, καθιερωμένος, μονάδα, λάβαρο, σημαία
standard
standard τυποποιημένος