square
ρήμ.
τετραγωνίζω, κανονίζω, εξισώνω
επίθ.
έντιμος, τετραγωνικός, τετράγωνος, τίμιος
ουσ.
ορθωγωνιόμετρο, πλατεία, τετράγωνο
square
(Lex). πλατεία, τετράγωνο
square (angular)
(Lex*) τετράγωνο (γωνιακό)
square (shape)
(Lex*) τετράγωνο (μορφή)
square (with)
(Lex*) τετράγωνο (με)
square
Ουσ. τετράγωνο, ορθογώνιο//
πλατεία//
τετραγωνίδιο (σκακιέρας, ντάμας κτλ)//
γωνία, γωνιόμετρο
Επίθ. τετράγωνος, //
τετραγωνικός//
παρωχημένων αντιλήψεων, οπισθοδρομικός (αργκό)//
ευθύς, τίμιος, ξεκάθαρος, δίκαιος//
τετραγωνίζω, κάνω τετράγωνο
Ρημ. ισιώνω, //
τοποθετώ//
πολλαπλασιάζω αριθμό με τον ευαυτό του, υψώνω στο τετράγωνο (μαθηματ.)//
συμβιβάζομαι, συμφωνώ// "εξαγοράζω", εξασφαλίζω τη συνεργασία//
χωρίζω σε τετράγωνα//
πείθω//
ισοσκελίζω (λογαριασμό)
square
πλατεία, τετράγωνο, τετράγωνος, τετραγωνικός, ρητός, ευθύς, έντιμος, κατηγορηματικός
square
square τετράγωνο