spring
ρήμ.
αναπηδώ, φύομαι, πηδώ, πηγάζω
ουσ.
άνοιξη, ελατήριο, πηγή, πήδημα
springs
(Lex**) ελατήρια
spring
Ουσ. Άνοιξη
Επίθ. ανοιξιάτικος//
νιότη (μτφ.)Ουσ. άλμα, αναπήδηση//
ελατήριο , σούστα, σπείρωμα//
ικανότητα αναπήδησης ή ελαστικότητας//
πηγή νερού,//
αρχή , πρωταρχικό αίτιο (μτφ.)
Ρημ. πηδώ, αναπηδώ,
Επίθ. που έχει μεταλλικά ελατήρια//
ελαστικός , που έχει τις ιδιότητες ελατηρίου//
εκτινάσσομαι , πετάγομαι (για ελατήριο, νερό πηγής κτλ)