spice

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
spice
ρήμ. αρωματίζω, καρυκεύω
 
ουσ. καρύκευμα, άρωμα, μπαχαρικό


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
spice
(Lex**) καρύκευμα
 
spice (with)
(Lex*) καρύκευμα (με)


My English - GreekDownload this dictionary
spice
Ουσ. καρύκευμα, μπαχαρικό//
οτιδήποτε προσδίδει άρωμα και νοστιμιά (κυριολ. και μτφ.)
Ρημ. καρυκεύω, νοστιμίζω//
προσδίδω ιδιαίτερο ενδιαφέρον (μτφ.), "νοστιμίζω"

English- Greek Online DictionaryDownload this dictionary
spice
μπαχαρικό

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Μπαχαρικό
Το μπαχαρικό είναι το αποξηραμένο τμήμα ενός φυτού που περιέχει αρωματικές, πικάντικες και καυστικές ουσίες. Είναι γνωστό και με τις ονομασίες καρύκευμα και μυρωδικό.Τα μπαχαρικά μπορεί να είναι φύλλα, σπόρια, καρποί, ρίζες, βολβοί και φλοιοί. Περιλαμβάνονται στις αρτυματικές ύλες και σύμφωνα με τον Ελληνικό κώδικα τροφίμων και ποτών αυτές είναι εκείνες που έχουν έντονο άρωμα και γεύση και η προσθήκη τους στα τρόφιμα γίνεται για να τους προσδώσουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και για να βελτιώσουν τη γεύση τους. Πολλά από τα μπαχαρικά έχουν και αντιοξειδωτικές ιδιότητες και αντικαθιστούν τα διάφορα συντηρητικά που σε πολλές περιπτώσεις βλάπτουν την υγεία του ανθρώπου. Αλλά όμως απαγορεύεται αυστηρά η χρήση των μπαχαρικών σε τρόφιμα που έχουν αλλοιωθεί για να καλύψουν τη δυσάρεστη οσμή και γεύση τους.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define spice

Translate spice





spice in Chinese | | spice in English | spice in French | spice in Italian | spice in Spanish | spice in Dutch | spice in Portuguese | spice in German | spice in Russian | spice in Japanese | spice in Korean | spice in Turkish | spice in Hebrew | spice in Arabic | spice in Croatian | spice in Serbian | spice in Swedish