spelling
ουσ.
ορθογραφία
spell
ρήμ.
εκφέρω τα γράμματα λέξεως κατά σειρά, συλλαβίζω, σημαίνω, γοητεύω, αντικαθιστώ
spelling
(Lex**) ορθογραφία
spelling
Ουσ. συλλαβισμός, η ενέργεια κατά την οποία προφέρονται ή λέγονται τα γράμματα μιας λέξης με τη σειρά, εκφώνηση των γραμμάτων λέξης
spell
μαγική επίκληση, ξόρκι,//
μαγεία, μαγγανεία//
έλξη, γοητεία (μτφ.)//
μικρή ακαθόριστη χρονική περίοδος , χρονικό διάστημα//
βάρδια, εναλλαγήσυλλαβίζω, λέω ή γράφω γράμμα - γράμμααντικαθιστώ στην εργασία (κατά βάρδιες)
spelling
ορθογραφία
spelling
ορθογραφία