sound
επίθ.
βαθύς, γερός, σώος, υγιής, φρόνιμος
ρήμ.
ηχώ, διαδίδω, βαθυμετρώ, βολιδοσκοπώ
ουσ.
ήχος, πορθμός, στενό
Sound
(comp). ήχοι
sound
(Lex). ακούομαι, γερός, φωνή, ήχος
sound
ήχος, ηχώ, γερός, βάσιμος, υγιής, ακούγομαι
sound
γερός, ακούομαι, ήχος
Ήχος
Το συγκεκριμμένο λήμμα αναφέρεται στο φυσικό φαινόμενο "ήχος". Μπορεί να θέλετε να μάθετε για τους Ήχους της Βυζαντινής μουσικής.Ο ήχος είναι η υποκειμενική εντύπωση (αίσθημα) που προκαλείται στον εγκέφαλο, λόγω της διέγερσης των αισθητηρίων οργάνων της ακοής, από ταχείες μεταβολές πίεσης (φυσικό αίτιο) του ατμοσφαιρικού αέρα. Αυτές οι μεταβολές πίεσης, διαδίδονται με τη μορφή ηχητικών
κυμάτων. Πολλές φορές στην πράξη, ο όρος ήχος χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος με την έννοια των ηχητικών
κυμάτων, πχ διάδοση του ήχου αντί του ορθότερου διάδοση των ηχητικών κυμάτων.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...