souffrance (f)
ταλαιπωρία, βάσανα, πάθη, δεινά
{
suffering
}
αθλιότης, αθλιότητα, κακομοιριά,...
{
misery
}
κακουχία, ταλαιπωρία, στέρηση
{
hardship
}
ανησυχία, ταλαιπωρία, φασαρία, πάθηση,...
{
trouble
}
ασθένεια, αρρώστεια, νόσημα, νόσος,...
{
illness
}
une souffrance
πάθημα (το) , πόνος (ο)