set
επίθ.
αμετάτρεπτος, σταθερός, ορισμένος
ρήμ.
βάζω, βάλλω, θέτω, τοποθετώ, ορίζω, κανονίζω, κατακαθίζω, προσαρμόζω, στερεώνω, δύω
ουσ.
τάξη, φορμάρισμα, δύση, σερβίτσιο, σειρά, συλλογή, σετ
Set
(Math). σύνολο
set
(Lex). ουσ. ενιαίο σύνολο ομοειδών πραγμάτων, διάταξη, συσκευή, σκηνικό, πλατό, ρ. βάζω, θέτω, τοποθετώ, ορίζω, κατατάσσω
set (of sun)
(Lex*) σύνολο (ήλιου)
set (on/upon)
(Lex*) σύνολο (/επάνω)
set (with)
(Lex*) σύνολο (με)
set
Ουσ. σετ, ομάδα, σύνολο, σειρά //
συνολο ατόμων με κοινές συνήθειες - συμφεροντα -ενδιαφέροντα, "κάστα", "τάξη"//
(ηλιο)βασίλεμα//
σκηνικό, πλατό// μέρος παρτίδας , σέτ (για βόλεϊ - αντισφαίριση)//
παρτίδαΕπίθ. καθορισμένος, συγκεκριμένος, "αμετακίνητος", "πάγιος"//
προκαθορισμένοςΡημ. βάζω, θέτω, τοποθετώ, //
στήνω, εγκαθιστώ//
διορίζω//
καθορίζω (χρόνο ή τόπο)//
κατατάσσω//
γίνομαι αίτιος για κάτι, "προξενώ"//
δύω (για ήλιο)//
ρυθμίζω, διευθετώ//
παραθέτω (πχ. γεύμα)//
διορθώνω, ρυθμίζω (πχ. ρολόι), επαναφέρω σε κανονική κατάσταση//
εφαρμόζω (για ενδύματα), "πέφτω"//
παγιώνομαι
set
βάζω, ντεκόρ, δύση, εφαρμόζω, θέτω
a set
σύνολο
set
τοποθετώ, σετ, στρώνν το τραπέζι