server
ουσ.
υπηρέτης, δίσκος
Server
Tech. (Δρομολογητής) Συσκευή η οποία αναλαμβάνει τη διασύνδεση μεταξύ διαφορετικών δικτύων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Βρίσκει εφαρμογή στη διασύνδεση διαφορετικών LAN, WAN δικτύων μεταξύ τους ή π.χ. στη σύνδεση ενός LAN με το Internet. Οι routers επεξεργάζονται τους headers των πακέτων δεδομένων και τα προωθούν στον κατάλληλο υπολογιστή.
server
(Lex**) κεντρικός υπολογιστής
server
Ουσ. πρόγραμμα Η/Υ που ελέγχει ή προσφέρει πληροφορίες στους άλλους υπολογιστές δικτύου ή δίκτυα που είναι συνδεμένοι μαζί του (Η/Υ) //
ο κεντρικός υπολογιστής στον οποίο τρέχει το ως άνω πρόγραμμα (Η/Υ)//
παίχτης που εκτελεί το σερβίς, (πχ. σε τένις)
βοηθός ιερέα//
δίσκος για σερβίρισμα
server
υπολογιστής εξυπηρέτησης δικτύου
Εξυπηρετητής
Εξυπηρετητής ή διακομιστής (
αγγλικά: server) είναι υλικό ή/και λογισμικό που αναλαμβάνει τον ρόλο να παρέχει διάφορες υπηρεσίες «εξυπηρετώντας» πελατες(clients). Όταν ένας υπολογιστής εκτελεί κυρίως προγράμματα εξυπηρετητητές συνεχώμενα 24ώρες την ημέρα τότε μπορούμε να αναφερθούμε σε όλον τον υπολογιστή σαν server αφού αυτή είναι η κύρια λειτουργία του. Σαν πελάτη μπορούμε να θεωρήσουμε είτε λογισμικό που μπορεί να μιλήσει και να υποβάλει αιτήματα στον εξυπηρετητή είτε τον υπολογιστή στον οποίο εκτελείται το λογισμικό πελάτης.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...