sectarian
επίθ.
αιρετικός, σχισματικός, φανατικός
sectarian
(Lex**) αιρετικός
sectarian
Επιθ. αιρετικός//
σχισματικός, διασπαστικός//
φανατικός, μισαλλόδοξος
Ουσ. μέλος αίρεσης
Σεκταρισμός
Σεκταρισμός ή Σεχταρισμός (αγγλ. sectarism < λατ. secta) ονομάζεται η αυστηρή προσκόλληση στις πεποιθήσεις μιας
σέκτας. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει την στενότητα πνεύματος και την έλλειψη ανεκτικότητας όσον αφορά την στάση και συμπεριφορά ομάδας ατόμων, που παρουσιάζεται σε θρησκευτικό, πολιτικό ή άλλο επίπεδο και εκδηλώνεται με την προσκόλληση σε μια ιδεολογία, δόγμα ή παράδοση με αδιαλλαξία και φανατισμό. Ο σεκταρισμός την περίπτωση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει διακρίσεις και αποδοκιμασία προς εκείνους που είναι εκτός σέκτας.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...