sectarian

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
sectarian
επίθ. αιρετικός, σχισματικός, φανατικός


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
sectarian
(Lex**) αιρετικός


My English - GreekDownload this dictionary
sectarian
Επιθ. αιρετικός//
σχισματικός, διασπαστικός//
φανατικός, μισαλλόδοξος
Ουσ. μέλος αίρεσης

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Σεκταρισμός
Σεκταρισμός ή Σεχταρισμός (αγγλ. sectarism < λατ. secta) ονομάζεται η αυστηρή προσκόλληση στις πεποιθήσεις μιας σέκτας. Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει την στενότητα πνεύματος και την έλλειψη ανεκτικότητας όσον αφορά την στάση και συμπεριφορά ομάδας ατόμων, που παρουσιάζεται σε θρησκευτικό, πολιτικό ή άλλο επίπεδο και εκδηλώνεται με την προσκόλληση σε μια ιδεολογία, δόγμα ή παράδοση με αδιαλλαξία και φανατισμό. Ο σεκταρισμός την περίπτωση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει διακρίσεις και αποδοκιμασία προς εκείνους που είναι εκτός σέκτας.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define sectarian

Translate sectarian





sectarian in Chinese | | sectarian in English | sectarian in French | sectarian in Italian | sectarian in Spanish | sectarian in Dutch | sectarian in Portuguese | sectarian in German | sectarian in Russian | sectarian in Japanese | sectarian in Korean | sectarian in Turkish | sectarian in Hebrew | sectarian in Arabic | sectarian in Croatian | sectarian in Serbian | sectarian in Swedish