score
ρήμ.
χαρακώνω, χαράσσω, σκοράρω, σημειώ, επικρίνω
ουσ.
αποτέλεσμα, σκορ, εικοσάς, εντομή, λογαριασμός
score
(Lex**) αποτέλεσμα
score (up/against)
(Lex*) αποτέλεσμα (επάνω/ενάντια)
score
Ουσ. σκόρ, αποτέλεσμα αθλητικού αγώνα ή παιχνιδιού//
λογαριασμός σε εκκρεμότητα, οφειλή, "χρέος"//
εικοσάδα, ομάδα είκοσι αντικειμένων//
αμυχή, χαρακιά//
γραμμένη μουσική (για έργο κτλ)Ρημ. σκοράρω, επιτυγχάνω πόντο σε αγώνα ή παιχνίδι//
συγκεντρώνω βαθμούς (σε μάθημα ή παιχνίδι)//
σημειώνω επιτυχία, "σκοράρω"//
χαράζω, προκαλώ αμυχή//
έρχομαι σε συνουσία, "πηδάω" (αργκό)
score
σκορ, αθλητική βαθμολογία, χαρακιά, ρωγμή,
αυλακώνω, χαρακώνω, βάζω τέρμα
score
σκοράρω, εικοσαριά, σκορ