schil
φλογερός, ζωηρός, μακάβριος, εντυπωτυκός
{
lurid
}
οξύς, διάτορος, διαπεραστικός
{
shrill
}
schil (de)
πετσί, τομάρι, δέρμα, φλοιός, φλούδα
{
skin
}
φλοιός, φλούδα, πτυάριο αρτοποιού
{
peel
}
ξεφλούδισμα, φλούδι
{
paring
}
ζακέτα, μπουφάν, σακάκι, περίβλημα,...
{
jacket
}
φλοιός, κέλυφος, φλούδα οστράκου,...
{
shell
}
κέλυφος, φλοιός, σκάφος, σκελετός πλοίου
{
hull
}
schillen
περικόπτω, ξεφλουδίζω
{
pare
}
εκλεπίζω, ξεφλουδίζω, βομβαρδίζω
{
shell
}
schil
φλoύδα η / φλoυδί τo