schets (de)
γραμμή, σκοπός, σχεδιάγραμμα, σχέδιο
{
design
}
διάγραμμα, σχηματική παράσταση
{
diagram
}
νομοσχέδιο, προσχέδιο, συναλλαγματική,...
{
draft
}
τράβηγμα, ρουφηξιά, βύθισμα, γουλιά,...
{
draught
}
περίγραμμα, σχεδιάγραμμα, υποτύπωση,...
{
outline
}
πλάνο, χάρτης, σχέδιο
{
plan
}
συνδυασμός, σχεδιάγραμμα, σχέδιο,...
{
scheme
}
σκίτσο, σχεδιάγραμμα, σκιαγραφία,...
{
sketch
}
ίχνος, λουρί άμαξας, λωρίο άμαξης
{
trace
}
τράβηγμα, ιχνογραφία, σχέδιο,...
{
drawing
}
schetsen
διαγράφω, σκιαγραφώ, περιγράφω, σκιτσάρω
{
delineate
}
ιχνογραφώ, σχεδιάζω, σκιαγραφώ
{
sketch
}
schets
σχέδιo τo
scheet
κλανιά η
12a -
scheet laten
κλάνω, έκλασα
34