scherp
κοφτερός, κοπτερός, αιχμηρός, οξύς,...
{
sharp
}
μακρύς, χρόνιος, μάκρος
{
long
}
στενός, περιωρισμένος, περιορισμένης...
{
narrow
}
κοπτερός, οξύς, δριμύς, κοφτερός
{
trenchant
}
κοφτερός, ευερέθιστος, νευρικός
{
edgy
}
καυστικός, δριμύς, δηκτικός
{
caustic
}
πανούργος, οξύνους, επιτήδειος
{
shrewd
}
οξύς, διάτορος, διαπεραστικός
{
shrill
}
σφηκοειδής, ευερέθιστος, λεπτός,...
{
waspish
}
οξύς, πικάντικος, δριμύς, τσουχτερός
{
pungent
}
ζωηρός, δριμύς, καυστικός, σπαραχτικός,...
{
poignant
}
οξύς, δηκτικός, αιχμηρός
{
pointed
}
μυτερός, κορυφώδης, ισχνός
{
peaked
}
scherp (het)
scherpen
οξύνω, ακονίζω, τροχίζω
{
sharpen
}
ακονίζω, προχωρώ βραδέα
{
edge
}
αλέθω, τρίβω, τρίζω, ακονίζω
{
grind
}
ακονίζω, τροχίζω, ερεθίζω
{
whet
}
βάζω, βάλλω, θέτω, τοποθετώ, ορίζω,...
{
set
}
scherp
scherp (bv. v.e. mes)
κoφτερός
-
scherp / wrang (van smaak)
αψύς,-ιά,-ύ / αψιoί,-ιές,-ιά