schelden
κατσαδιάζω, επιπλήττω, μαλώνω
{
scold
}
επιπλήττω, επιτιμώ, μαλώνω
{
berate
}
κιγκλιδώ, υβρίζω, χλευάζω
{
rail
}
schelen
πονώ, πάσχω, ενοχλώ
{
ail
}
schelden
βρίζω, έβρισα
uitschelden
βρίζω, έβρισα
-
uitgescholden worden/zijn
βρίζομαι, βρίστηκα