scheiding (de)
διαίρεση, μοίρασια, διχασμός,...
{
division
}
χωρισμός, αποχωρισμός, χωρίστρα, χώρισμα
{
parting
}
απόσπασμα, απόσπαση, αποσύνδεση,...
{
detachment
}
απόσπαση τμήματος μάζας, αποκόλληση,...
{
abruption
}
διαχώρισμα, διχοτόμηση, διαίρεση,...
{
partition
}
scheiding
scheiding de (van huwelijk)
διαζύγιo τo
18d-
scheiding de (in het haar)
χωρίστρα η
12f