scheel
schel
οξύς, διάτορος, διαπεραστικός
{
shrill
}
έντονος, οξύνους, οξύς
{
acute
}
κασσιτερώδης, τενεκεδένιος
{
tinny
}
αγριωπός, καταφανής, καταφωρός,...
{
glaring
}
κοφτερός, κοπτερός, αιχμηρός, οξύς,...
{
sharp
}
επιδεικτικός, φανταχτερός
{
garish
}
schel (de)
καμπανάκι, καμπάνα, κουδούνι,...
{
bell
}
schelen
πονώ, πάσχω, ενοχλώ
{
ail
}
scheel
αλλoίθωρoς
schel
schel (van klank)
αγάvωθoς