scheef
στρεβλός, στραβός, λοξός, πικρόχολος
{
wry
}
στραβός, στρεβλός, λοξός
{
awry
}
σκεβρωμένος, λοξός
{
skew
}
απλωτός, άτεχνος, πλατύς
{
splay
}
κυρτός, σκολιός, διεστραμμένος,...
{
crooked
}
scheef (de)
αράδα, γραμμή, σειρά, στίχος, είδος,...
{
line
}
scheef
στραβός / λoξός