Schatten (der)
ίσκιος, σκιά, χρώμα
{
shade
}
schatten
εκτιμώ, διατιμώ διά φορολογίαν
{
assess
}
κατατάσσομαι, κατατάσσω, βαθμοφορώ,...
{
rank
}
διατιμώ, εκτιμώ, επιπλήττω
{
rate
}
λογαριάζω, εκτιμώ, νομίζω, υπολογίζω
{
reckon
}
θεωρώ, κρίνω, δικάζω
{
judge
}
schat (de)
απόθεμα, αποθησαυρισμός, σωρός, θησαυρός
{
hoard
}
ακριβός, αγαπητός
{
dear
}
schatten
εκτιμώ, εκτίμησα
υπoλoγίζω, υπoλόγισα
waarderen
εκτιμώ, εκτίμησα
-
gewaardeerd worden/zijn
εκτιμιέμαι, εκτιμήθηκα
-
ik respecteer mijn leraar.
εκτιμώ τον δάσκαλό μου.
-
we zullen de schade die gebeurde aan het huis schatten.
θα εκτιμήσουμε την ζημιά που έγινε στο σπίτι.
-
het huis werd drie miljoen geschat.
το σπίτι εκτιμήθηκε για τρια εκατομύρια.