Schande (die)
ντροπή, εντροπή, όνειδος
{
shame
}
ατίμωση, δυσμένεια, ντροπή, αίσχος,...
{
disgrace
}
κακοφημία, ατιμία, αίσχος
{
infamy
}
ατιμία, όνειδος, αίσχος, ντροπή
{
dishonor
}
schinden
κακοποιώ, κακομεταχειρίζομαι
{
maltreat
}
καταχρώμαι, υβρίζω
{
abuse
}
schänden
μολύνω, ρυπαίνω, βεβηλώνω, παρελαύνω
{
defile
}
βιάζω, παραβιάζω, παραβαίνω
{
violate
}
αρπάζω, απάγω, βιάζω, θέλγω, γοητεύω,...
{
ravish
}
βιάζω, διακορεύω, απάγω, αρπάζω
{
rape
}
ατιμάζω, καταισχύνω, ντροπιάζω
{
disgrace
}
schande (de)
ντροπή, εντροπή, όνειδος
{
shame
}
ατίμωση, δυσμένεια, ντροπή, αίσχος,...
{
disgrace
}
αιτίαση, επίπληξη, μομφή, ντροπή,...
{
reproach
}
επιτίμηση, δυσφήμηση, μορφή
{
obloquy
}
ύβρις, καταισχύνη, ονειδισμός, όνειδος,...
{
opprobrium
}
schande
vτρoπή η / αίσχoς o