schaar (de)
δαγκάνα, νύχι ζώου, όνυξ ζώου
{
claw
}
δαγκάνα, λαβίδα, τσιμπίδα, πιτσιρίκος
{
nipper
}
χηλή [ζωολ.], ψαλιδωτός όνυξ [ζωολ.]
{
chela
}
scharen
παρατάσσω, εκτείνομαι, περιφέρομαι,...
{
range
}
κατατάσσομαι, κατατάσσω, βαθμοφορώ,...
{
rank
}
παρατάσσω, αραδιάζω, στολίζω
{
array
}
schaar
ψαλίδι τo