Sau (die)
αιφνίδια κίνηση, απότομη κίνηση,...
{
jerk
}
χώμα μετά ρίζων, βώλος, χλοοτάπητας,...
{
sod
}
sausen
στρηφογυρίζω βοΐζων, σβουρίζω
{
whir
}
συρίζω κινούμενος γρήγορα, σφυρίζω
{
whiz
}
μαστιγώνω, κραδαίνω, κελαρύζω, κροταλίζω
{
swish
}
βρυχώμαι, μουγγρίζω
{
roar
}
σπεύδω, επισπεύδω, βιάζομαι
{
hurry
}
saus (de)
σάλτσα, αυθάδεια
{
sauce
}
σαλαμούρα, τροφή διατηρουμένη εντός...
{
souse
}
ευχαρίστηση μη αναμενομένη, σάλτσα
{
gravy
}
sausen
αρτύω με σάλτσα, αυθαδιάζω
{
sauce
}
εμβρέχω, βουτώ εις άλμην, ταριχεύω,...
{
souse
}
επαλείφω, κατατροπώνω, κηλιδώνω,...
{
smear
}
sauzen
αρτύω με σάλτσα, αυθαδιάζω
{
sauce
}
εμβρέχω, βουτώ εις άλμην, ταριχεύω,...
{
souse
}
επαλείφω, κατατροπώνω, κηλιδώνω,...
{
smear
}
saus
σάλτσα η