samenstellen
συνθέτω, συντάσσω, στοιχειοθετώ,...
{
compose
}
συλλέγω, συντάσσω, απανθίζω
{
compile
}
κτίζω, οικοδομώ, κατασκευάζω, φτιάχνω,...
{
construct
}
αποτελώ, διορίζω, συγκροτώ, συνιστώ,...
{
constitute
}
σχεδιάζω, σχηματίζω, πλαισιώ, πλαισιώνω,...
{
frame
}
samenstellen
αποτελώ, αποτέλεσα
-
samengesteld worden/zijn
gevormd worden/zijn
αποτελούμαι, αποτελέστηκα
-
vormen / samenstellen
απαρτίζω, απάρτισα
-
zeven dagen vormen een week
επτά μέρες απαρτίζουν/αποτελούν μια εβδομάδα
-
zij stellen de regering samen
απαρτίζουν την κυβέρνηση