Samen (der)
φύτρα, σπόρος, σπέρμα
{
seed
}
κόκκος, σιτηρά, στάρι, υφή, διεύθυνση...
{
grain
}
σπέρμα, σπόρος ζώου
{
semen
}
Same (der)
φύτρα, σπόρος, σπέρμα
{
seed
}
κόκκος, σιτηρά, στάρι, υφή, διεύθυνση...
{
grain
}
πυρήν, πυρήνας, κουκούτσι, ψίχα, πυρήνας...
{
kernel
}
samen
samen
μαζί
-
samen met
μαζί με
-
samen verantwoordelijk
συvυπεύθυvoς
tegelijk
tegelijk / samen
μαζί
-
tegelijk / tegelijkertijd
συγχρόvως / σύγκαιρα / ταυτoχρόvως