sailing
ουσ.
απόπλους
sail
ρήμ.
πλέω, εκπλέω, διαπλέω, αρμενίζω
sailing
(Lex**) ναυσιπλοϊ'α
sailing
Ουσ. ιστιοπλοΐα,
sail
Ουσ. πανί, ιστίο (πλοίου)//
φτερό ανεμόμυλου, οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να παράγει κίνηση με την χρήση του ανέμουΡημ. ταξιδεύω με ιστιοφόρο, αρμενίζω//
οδηγώ ιστιοφόρο
Ιστιοπλοΐα
Η ιστιοπλοΐα είναι θαλάσσιο άθλημα. Πήρε το όνομά του από το ιστίο, δηλαδή το πανί που τα παλιά χρόνια χρησιμοποιούσαν τα σκάφη για να ταξιδεύουν. Τα πανιά δένονταν στα κατάρτια (ιστούς), και με τη βοήθεια του αέρα τα σκάφη που ονομάζονταν ιστιοφόρα αρμένιζαν στις θάλασσες όλου του κόσμου. Και σήμερα ακόμη υπάρχουν πολλά τέτοια σκάφη, που όμως διατηρούν τις μηχανές ως βοηθητικές, σε περίπτωση που επικρατεί άπνοια, δηλαδή δεν φυσάει αέρας. Στη σημερινή εποχή, όταν γίνεται λογος για ιστιοπλοΐα, γίνεται για το άθλημα που είναι συναρπαστικό και ένα από τα ωραιότερα που υπάρχουν, γιατί συνδυάζει τη γοητεία της θάλασσας με τις ικανότητες των αθλητών, που πρέπει να είναι πολύ καλά γυμνασμένοι, ειδικά στα πόδια και τη μέση.
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...