run
ρήμ.
ρέω, τρέχω
ουσ.
δρόμος, τρέξιμο
run
(Lex**) τρέξιμο
run (direct)
(Lex*) τρέξιμο (άμεσο)
run!
(Lex**) τρέξιμο!
run
Ουσ. τρέξιμο, τρεχάλα, //
διαδρομή , ταξίδι, δρόμος , γύρος (ώς χρόνος)//
τρύπα (ζώου), λαγούμι//
κοινός τύπος ανθρώπου, "τρέχων"//
δικαίωμα εισόδου, ελεύθερη είσοδος//
σειρά , συνέχεια (παραστάσεων)//
διάστημα, περίοδος, διάρκεια παραμονής//
πλους, ταξίδι με πλοίο//
πόντος (κάλτσας)//
μεγάλη ζήτηση, συρροή πελατώνΡημ. τρέχω//
μετέχω σε αγώνα δρόμου//
δραπετεύω, το βάζω στα πόδια//
καταφεύγω, προστρέχω, προσφεύγω//
διανύω τρέχοντας//
αθλούμαι στο τρέξιμο//
κάνω δρομολόγιο, εκτελώ δρομολόγιο//
ρέπω, κλίνω, έχω τάση//
ρέω, κυλώ//
πλημμυρίζω, εκχέομαι//
βάζω υποψηφιότητα, διαγωνίζομαι//
θέτω σε κίνηση//
καταλαμβάνομαι, "με πιάνει"//
λυώνω, χύνομαι, τήκομαι//
λειτουργώ//
φθάνω, ανέρχομαι, συμποσούμαι//
κυνηγώ, τρέχω από πίσω//
διαχειρίζομαι, //
μεταφέρω ή εισάγω λαθραία
run
τρέξιμο, τρέχω
run
τρέχω
run (= manage)
διευθýνω