robot
ουσ.
μηχανικός, εργάτης, μηχανικώς εργαζόμενος, ρομπότ
ρήμ.
ρομπώ
robot
(Lex**) ρομπότ
robot
Ουσ. αυτόματο μηχάνημα που εκτελεί περίπλοκες εργασίες με την βοήθεια υπολογιστή, ρομπότ//
άνθρωπος που λειτουργεί κατά αυτόματο τρόπο χωρίς να σκέπτεται , άνθρωπος - ρομπότ
robot
ρομπότ
Ρομπότ
Το ρομπότ είναι μια μηχανική συσκευή η οποία μπορεί να υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες. Ένα ρομπότ μπορεί να δράσει κάτω από τον απ'ευθείας έλεγχο ενός ανθρώπου ή αυτόνομα κάτω από τον έλεγχο ενός προ-προγραμματισμένου
υπολογιστή.Τα ρομπότ μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να κάνουν εργασίες οι οποίες είτε είναι δύσκολες ή επικίνδυνες για να γίνουν απ'ευθείας από έναν άνθρωπο. Σε άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται για να εκτελέσουν εργασίες ταχύτερα ή φθηνότερα απ' ότι ο άνθρωπος. Έτσι, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αυτόματη παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων κάποιου προϊόντος και με χαμηλότερο κόστος (για παράδειγμα, στις αλυσίδες παραγωγής).
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...