robot

Get Babylon's Translation Software! Free Download Now!
Babylon 8 - Your all-in-one solution
Award winning translation software trusted by millions. Translate from any language to any language.
View Demo


BabylonEnglish-GreekDownload this dictionary
robot
ουσ. μηχανικός, εργάτης, μηχανικώς εργαζόμενος, ρομπότ
 
ρήμ. ρομπώ


English - Greek Technical DictionaryDownload this dictionary
robot
(Lex**) ρομπότ


My English - GreekDownload this dictionary
robot
Ουσ. αυτόματο μηχάνημα που εκτελεί περίπλοκες εργασίες με την βοήθεια υπολογιστή, ρομπότ//
άνθρωπος που λειτουργεί κατά αυτόματο τρόπο χωρίς να σκέπτεται , άνθρωπος - ρομπότ

Tapsis English Greek dictionaryDownload this dictionary
robot
ρομπότ

Ελληνική Βικιπαίδεια – η ελεύθερη εγκυκλοπαίδειαDownload this dictionary
Ρομπότ
Το ρομπότ είναι μια μηχανική συσκευή η οποία μπορεί να υποκαθιστά τον άνθρωπο σε διάφορες εργασίες. Ένα ρομπότ μπορεί να δράσει κάτω από τον απ'ευθείας έλεγχο ενός ανθρώπου ή αυτόνομα κάτω από τον έλεγχο ενός προ-προγραμματισμένου υπολογιστή.Τα ρομπότ μπορούν να χρησιμοποιηθούν ώστε να κάνουν εργασίες οι οποίες είτε είναι δύσκολες ή επικίνδυνες για να γίνουν απ'ευθείας από έναν άνθρωπο. Σε άλλες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται για να εκτελέσουν εργασίες ταχύτερα ή φθηνότερα απ' ότι ο άνθρωπος. Έτσι, μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην αυτόματη παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων κάποιου προϊόντος και με χαμηλότερο κόστος (για παράδειγμα, στις αλυσίδες παραγωγής).
Δείτε περισσότερα στο Βικιπαίδεια.org...

© Αυτό το άρθρο χρησιμοποιεί υλικό από την Βικιπαίδεια® και είναι χορηγημένο με άδεια από την Άδεια Ελεύθερης Τεκμηρίωσης GNU

Define robot

Translate robot





robot in Chinese | | robot in English | robot in French | robot in Italian | robot in Spanish | robot in Dutch | robot in Portuguese | robot in German | robot in Russian | robot in Japanese | robot in Korean | robot in Turkish | robot in Hebrew | robot in Arabic | robot in Croatian | robot in Serbian | robot in Swedish