rise
ρήμ.
εγείρομαι, σηκώνομαι, υψούμαι, ανατέλλω
ουσ.
ανατολή, αύξηση, έγερση, πηγή, ύψωμα, ύψωση
rise
(Lex**) άνοδος
rise
Ουσ. ύψωση, ανύψωση//
σήκωμα ανέβασμα//
ανήφορος, ύψωμα, ανηφοριάΡημ. σηκώνομαι, ανυψώνομαι, εγείρομαι//
ψηλώνω, ανέρχομαι//
αυξάνω/ομαι, υπερτιμώμαι//
ανατέλλω (για ήλιο, σελήνη κτλ)//
φουσκώνω (για ζύμη)//
κατακτώ ψηλότερη θέση//
εξεγείρομαι, κάνω στάση
πχ:
Sales of newly constructed single family homes rose 11% over May, but median price fell 3%.
rise
ανατέλλω, ανεβαίνω, ανύψωση, αύξηση, συμβαίνω, υψώνομαι
rise
ανατέλλω, αυξάνομαι, ανεβαίνω, σηκώνομαι, αύξηση