release
ουσ.
απόλυση, ελευθέρωση
ρήμ.
ελευθερώνω, απαλλάττω, ελευθερώ, απολύω, αποφυλακίζω, ανακοινώνω, ενοικιάζω πάλι
release
(Lex). δημοσιεύω, κυκλοφορώ, λύτρωση, εκκρίνω, βγάζω, απελευθερώνω, μηχανισμός απεμπλοκής, διάταξη απόλυσης
release
Ρημ. απελευθερώνω, αμολάω, //
αποφυλακίζω//
αποδεσμεύω, αφήνω ελεύθερο//
ανακοινώνω, κάνω δημόσια γνωστό, κυκλοφορώ, //
εκλύω
Ουσ. ελευθέρωση, //
αποφυλάκιση, απόλυση //
άρση, απαλλαγή//
παρουσίαση , αποδέσμευση (στο κοινό)//
έκλυση
release
απελευθερώνω, απελευθέρωση, έκδοση, παρουσίαση
release
release απελευθερωθεί