rekening (de)
ράμφος πτηνού, μεσαιωνικό δόρυ με λόγχη...
{
Bill
}
λογαριασμός, απολογισμός, έκθεση
{
account
}
διαφορικός λογισμός, λογισμός, λιθίαση
{
calculus
}
αποτέλεσμα, σκορ, εικοσάς, εντομή,...
{
score
}
αναχαίτηση, καρό, ρουά (σκάκι), έλεγχος,...
{
check
}
τσέτολα, σκυτάλη, λογαριασμός
{
tally
}
πυροβολισμός, σφαίρα, σφαιρίδια, βολή,...
{
shot
}
rekening
λoραριασμός o