rekenen
λογαριάζω, εκτιμώ, νομίζω, υπολογίζω
{
reckon
}
κρυπτογραφώ, λύνω πρόβλημα αριθμητικής
{
cipher
}
αριθμώ, λογαριάζω, μετρώ, υπολογίζω,...
{
count
}
επιτρέπω, παραδέχομαι, δέχομαι, χορηγώ,...
{
allow
}
αξιώνω, απαιτώ, αξιώ
{
demand
}
μορφοποιώ, λογαριάζω
{
figure
}
rekenen
αριθμώ, αρίθμησα
λoγαριάζω, λoγάριασα