rek (het)
παχνί, κρεμαστάρι, φάτνη, ράφι, σχάρα,...
{
rack
}
κούρνια, κούρνια πτηνού, ράβδος, πέρκα,...
{
perch
}
ερμάριο, κομό, ντουλάπι, υπουργείο,...
{
cabinet
}
rekken
τεντώνομαι, εκτείνω, εκτείνομαι, τεντώνω
{
stretch
}
ζωγραφίζω, σύρω, τραβώ, ελκύω, σχεδιάζω
{
draw
}
μηκύνω, επιμηκύνω, παρατείνω
{
lengthen
}
προεκβάλλω, παρατείνω, επιμηκύνω
{
prolong
}
εκτείνω, εκτείνομαι, επεκτείνω,...
{
extend
}
rek
rek het (horizontaal)
gestel van staven waaraan men gymnastische toeren verricht
-
μovόζυγo γυμναστικής τo
schap
ράφι τo