reizen
ερεθίζω, εκνευρίζω, εξερεθίζω
{
irritate
}
παρενοχλώ, πειράζω, ενοχλώ
{
annoy
}
αισθάνομαι φαγούρα, έχω επιθυμία για...
{
itch
}
διεγείρω, ερεθίζω, εξάπτω
{
excite
}
αγκυλώνω, τσιμπώ, κεντύ, κεντρίζω, τρυπώ
{
sting
}
Reiz (der)
παρακινητικό, κίνητρο, διεγερτικό,...
{
stimulus
}
ερέθισμα, κίνητρο, ωθούσα δύναμη,...
{
incentive
}
ορμή, παρακίνηση, προτροπή
{
urge
}
reizen
κάνω ταξίδι, ταξιδεύω
{
voyage
}
reizen (het)
reis (de)
διαδρομή, ταξίδι, αδοιπορία
{
journey
}
ταξίδι, εκδρομή, περιοδεία, περιήγηση,...
{
tour
}
ταξίδι, περιοδεία, παραπάτημα, διαδρομή
{
trip
}
ταξίδι στη θάλασσα, ταξίδι διά θάλασσης,...
{
voyage
}
περίπλους, κρουαζιέρα
{
cruise
}
reizen