register
ρήμ.
καταγράφω, εγγράφω, στέλλω επί συστάσει
ουσ.
ιδίωμα, καταχωρητής, μετρητής, μητρώο, κατάλογος, κατάστιχο, καταγραφή, καταγράφων
register
(Lex**) κατάλογος
register
Ουσ. μητρώο, κατάλογος (επίσημος)//
πρωτόκολλο (το βιβλίο)//
νηογνώμωνΡημ. καταχωρίζω, καταγράφω/ομαι//
στέλνω με συστημένο//
μαρτυρώ, προδίδω, βγάζω προς τα έξω
πχ:
-I registered the car in my name.
-Home prices in major U.S. cities registered the first monthly gain in nearly three years
register
εγγράφομαι, καταχωρούμαι
καταγραφή, καταχώρηση
register
register καταγράφω