record
ρήμ.
εγγράφω, αναγράφω, καταγράφω, φωνογραφώ, ηχογραφώ, καταχωρίζω
ουσ.
δίσκος φωνογράφου, έγγραφο, ιστορικό, μητρώο, πρακτικά, ρεκόρ, αναγραφή, καταγραφή, σημείωμα
record
(Lex**) αρχείο
record (eg. world)
(Lex*) αρχείο (π.χ. κόσμος)
record
Ουσ. καταγραφή, εγγραφή, καταχώρηση//
ρεκόρ//
ηχογράφηση//
δίσκος (μουσικής)//
υπόμνημα//
μητρώο , αρχείο//
φάκελος, μητρώο, //
ποινικό μητρώοΡημ. γράφω, καταγράφω//
ηγογραφώ//
σημειώνω, επισημαίνω
record
κατάλογος, αρχείο, μητρώο, δίσκος πικάπ, παρελθόν, καταγράφω κάτι
record
καταγράφω, δίσκος