rechtvaardigen
δικαιολογώ, δικαιώνω, ισάζω
{
justify
}
εγγυώμαι, εξουσιοδοτώ, δικαιολογώ
{
warrant
}
συγχωρώ, απαλλάσσω, δικαιολογώ
{
excuse
}
rechtvaardigen
δικαιoλoγώ, δικαιoλόγησα
-
gerechtvaardigd worden/zijn
zich rechtvaardigen
δικαιoλoγoύμαι, δικαιoλoγήθηκα