rechts
Recht (das)
δίκιο, καλό, δικαίωμα, δεξιά
{
Right
}
δίκαιο νομικής, νόμος, νομική
{
law
}
τίτλος, προσωνυμία, νόμιμος τίτλος
{
title
}
rechts
δίκαιος, σωστός, κατάλληλος, δεξιός
{
right
}
recht (het)
δίκαιο νομικής, νόμος, νομική
{
law
}
rechts
rechts, rechter-
δέξιoς
recht
recht, gelijk
δικαίωμα τo
21bδίκαιo τo
18d-
recht (heel/erg recht)
ολόισιος
26been erg rechte straat
ολόισιος δρόμος