recht
δικαιολογημένος, ακριβής, δίκαιος,...
{
just
}
καλός, ωραίος, τίμιος, δίκαιος, αίθριος,...
{
fair
}
ίδιος, αρμόζων, κύριος, καθώς πρέπει,...
{
proper
}
γνήσιος, αληθής, βέρος, αληθινός
{
genuine
}
νόμιμος, νομικός
{
legal
}
rechter
δίκαιος, σωστός, κατάλληλος, δεξιός
{
right
}
rechter (de)
γνώμη, γνώστης, ειδήμονας, δικαστής,...
{
judge
}
αρχειοφύλακας, μηχάνημα εγγραφής,...
{
recorder
}
recht
δίκαιος, σωστός, κατάλληλος, δεξιός
{
right
}
δικαιολογημένος, ακριβής, δίκαιος,...
{
just
}
rechter
δικαστής o