rã
περίβολος βοσκής, μάντρα
{
paddock
}
ras (m)
ομαλότης, ομαλότητα, ισότης, ισότητα
{
evenness
}
rasen
ίπταμαι, πετώ, φεύγω, ταξιδεύω
{
fly
}
ras
σφοδρώς, βιαίως
{
amain
}
ras (het)
αγώνας, αγώνας δρόμου, αγών δρόμου,...
{
race
}
στέλεχος, κορμός, γένος, ζώα, ζωμός,...
{
stock
}
αίμα, αιματοχυσία, φόνος [μετ.],...
{
blood
}
γένος, κλωσσόπουλα, νεοσσιά
{
brood
}
ένταση, τάση, τέντωμα, προσπάθεια, ζόρι,...
{
strain
}
radium (het)
ras
βραχύς, ελλιπής, μικρός, κοντός
{
short
}
πεδινός, επίπεδος, ισόπεδος, δίκαιος,...
{
level
}
ravoir