rally
ουσ.
αυτοκινητιστικοί αγώνες, συναγερμός, συνάθροιση, συλλαλητήριο, πείραγμα, αστεϊσμός
ρήμ.
ανασυναθροίζομαι, ανασυντάσσω, ανασυναθροίζω, πειράζω, εμπαίζω, κινητοποιώ
rally
(Lex**) συνάθροιση
rally
Ουσ. συνάθροιση//
λαοσύναξη, συγκέντρωση πλήθους, συλλαλητήριο//
αγώνας αυτοκινήτων, ράλι//
ανάνηψη, ανάρρωση//
συνεχή εναλλασσομένα κτυπήματα της μπάλας σε αγώνα τέννις//
συνεχόμενη ανόδος τιμών (μετοχών, χρυσού, πετρελαίου κτλ) Ρημ. συναθροίζομαι//
ανασυντάσσω/ομαι, κινητοποιώ//
πειράζω, εμπαίζω//
ανακάμπτω (για τιμές κτλ), αναλαμβάνω (για ασθένεια)