raise
ουσ.
αύξηση
ρήμ.
ανυψώνω, υψώνω, υψώ, εγείρω, σηκώνω, αίρω, ανατρέφω, μεγαλώνω, συλλέγω
raise
(Lex**) αυξήστε
raise
Ουσ. αύξηση μισθού, αύξηση αποδοχώνΡημ. αίρω , εγείρω, σηκώνω, ανεβάζω //
ανατρέφω, μεγαλώνω (παιδιά, οικογένεια κτλ)//
υπενθυμίζω, θίγω//
εκτρέφω (ζώο)//
συγκεντρώνω//
"σηκώνω" το ποσό του στοιχήματος ή κτυπήματος (χαρτοπαιγνιο)
πχ:
There is no doubt using a sunbed or sunlamp will raise the risk of skin cancer.
raise
εγείρω, καλλιεργώ, σηκώνω, προβάλλω, ανεβάζω, υψώνω, ανατρέφω
raise
υψώνω, ανατρέφω, σηκώνω, αυξάνω