raden
συμβουλεύω, πληροφορώ, προειδοποιώ,...
{
advise
}
νομίζω, εικάζω, υποθέτω, μαντεύω
{
guess
}
χτυπώ, κτυπώ, επιτυγχάνω
{
hit
}
τσιμπώ, εγχαράσσω
{
nick
}
raad (de)
συμβουλή, πληροφορία
{
advice
}
δικηγόρος, συμβουλή, συνήγορος, σύσκεψη,...
{
counsel
}
πινακίδα, σανίδα, πλευρά πλοίου,...
{
board
}
rad (het)
ρόδα, τιμόνι, τροχός
{
wheel
}
raden
μαvτεύω, μάvτεψα