Quitte (die)
κυδώνιο, κυδώνι, κυδωνιά
{
quince
}
quitte
ομαλός, όμοιος, άρτιος
{
even
}
quitte
ομαλός, όμοιος, άρτιος
{
even
}
quitter
αφήνω, φεύγω, φύγω, αναχωρώ
{
leave
}
αναχωρώ, απομακρύνομαι, παρεκκλίνω,...
{
depart
}
παραιτώ, παρατώ, σταματώ, αφήνω,...
{
quit
}
χωρίζω, χωρίζομαι
{
part
}
πηγαίνω, υπάγω, πάω
{
go
}
εγκαταλείπω, αφήνω, παραιτώ, παρατώ,...
{
abandon
}
αφήνω, αφίνω, εγκαταλείπω
{
forsake
}
quitter
εγκαταλείπω
quitte
πάτσι το
-
είμαστε πάτσι
we zijn elkaar niets schuldig
-
quitte of dubbel?
παίζουμε το πάτσι;