qualify
ρήμ.
έχω τα προσόντα, καθιστώ αρμόδιο, γίνομαι ικανός, γίνομαι αρμόδιος, δικαίουμαι, χαρακτηρίζω, τροποποιώ, μετριάζω
qualify
(Lex**) να είστε κατάλληλοι
qualify
Ρημ. έχω τα προσόντα, τηρώ τις προυποθέσεις,//
προετοιμάζω κάποιον για άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος, παρέχω τα προσόντα, διδάσκω//
προσδιορίζω, ορίζω, δηλώνω (γραμμ.)